Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ διέταξε την επιτάχυνση των πολεμικών επιχειρήσεων κατά του Ισλαμικού Κράτους δίνοντας περισσότερες αρμοδιότητες στους στρατηγούς του. Ωστόσο, η έλλειψη μιας συγκεκριμένης στρατηγικής για την Συρία αυξάνει το ενδεχόμενο περαιτέρω κλιμάκωσης των πολεμικών συγκρούσεων τόσο με την κυβέρνηση στη Δαμασκό, όσο με το Ιράν, αλλά ακόμη και με την Ρωσία, σύμφωνα με τις απόψεις Αμερικανών αξιωματούχων κι αναλυτών στην Ουάσιγκτον.

Το ενδεχόμενο κλιμάκωσης των συγκρούσεων γίνεται επίκαιρο μετά την κατάρριψη μαχητικού αεροσκάφους της Συρίας από αμερικανικό μαχητικό.To περιστατικό είναι το πρώτο εδώ και 18 χρόνια, αλλά δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός. Οι ΗΠΑ έχουν προχωρήσει στη λήψη σειράς μέτρων το τελευταίο τρίμηνο δείχνοντας την πρόθεσή τους να πραγματοποιούν αεροπορικές επιδρομές, κυρίως για λόγους αυτοάμυνας, κατά των συρικών κυβενρητικών δυνάμεων και των υποστηρικτών της, περιλαμβανομένου και του Ιράν.

Τον Απρίλιο, ο πρόεδρος Τραμπ διέταξε την πραγματοποίηση ενός πολλαπλού πυραυλικού πλήγματος με πυραύλους τύπου κρουζ κατά συριακής αεροπορικής βάσης, από την οποία, σύμφωνα με τα όσα είχε υποστηρίξει η Ουάσιγκτον, είχε πραγματοποιηθεί επίθεση με χημικά όπλα. Από τότε, οι παραστρατιωτικές δυνάμεις του Ιράν που υποστηρίζουν τον πρόεδρο Μπασάρ αλ Άσαντ βρέθηκαν εντός του βεληνεκούς των αμερικανικών οπλικών συστημάτων που χρησιμοποιούνται στην περιοχή. Την προηγούμενη εβδομάδα η κατάσταση έντασης έγινε περισσότερο αντιληπτή με την κατάρριψη ενός μη επανδρωμένου ιπτάμενου οχήματος (drone) που χαρακτηρίστηκε απειλή κατά των δυνάμεων της διεθνούς συμμαχίας υπό τις ΗΠΑ που δρουν στην Συρία, αλλά και το Ιράκ.

Τόσο η προηγούμενη αμερικανική κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα, όσο κι η σημερινή του Ντόναλντ Τραμπ έχουν επικεντρώσει την προσοχή τους στην ήττα του Ισλαμικού Κράτους. Ωστόσο, με τις ήττες που έχουν υποστεί οι τζιχαντιστές και την γεωγραφική μείωση των εδαφών που ελέγχουν, οι μάχες για την αύξηση της εδαφικής επιρροής διεξάγονται μεταξύ των ανταρτών που υποστηρίζει η Ουάσιγκτον και των ενόπλων που υποστηρίζουν την κυβέρνηση στην Δαμασκό.

“Δεν υπάρχει μία κυρίαρχη αμερικανική στρατηγική που να καθοδηγεί τις εξελίξεις,” δηλώσει ο Τσαρλς Λίστερ από το Ινστιτούτο για την Μέση Ανατολή. “Οι εξελίξεις αυτές είναι το αποτέλεσμα των αποφάσεων τακτικής των διοικητών στο έδαφος, με την προσοχή των οποίων να είναι επικεντρωμένη σ' ένα συγκεκριμένο (τοπικό) πεδίο συγκρούσεων. Ο κάθε διοικητής ενεργεί για την προστασία της μονάδας του. Πρόκειται ξεκάθαρα για μία σειρά αποφάσεων τακτικής, οι οποίες με την σειρά τους προκαλούν σοβαρές στρατηγικές συνέπειες,” δηλώνει ο ίδιος, δίνοντας έμφαση στην απουσία μιας συνολικής στρατηγικής δράσεις για τις αμερικανικές δυνάμεις στην Συρία.

Από την άλλη μεριά, τόσο η Ρωσία, όσο και το Ιράν υποστηρίζουν τον Άσαντ στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας, με ουσιαστική πολεμική δράση στα μέτωπα των συγκρούσεων που ανέτρεψε το αρνητικό ισοζύγιο των εξελίξεων στα πεδία των μαχών, θέτοντας υπό έλεγχο την πολεμική δράση των ανταρτικών ομάδων και περιορίζοντας τοπικά την πολεμική ισχύ τους.

Σύμφωνα με την άποψη Αμερικανών αξιωματούχων κι αναλυτών στην Ουάσιγκτον, η απουσία μιας μακρόχρονης στρατηγικής πολιτικών εξελίξεων στην Συρία, είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτή την περίοδο για τον πρόεδρο Τραμπ, αλλά και για την ομάδα των συμβούλων του, που χειρίζεται τα θέματα της αμερικανικής εθνικής ασφάλειας.

Όπως ο Ομπάμα, έτσι κι ο Τραμπ έχει επικεντρώσει την προσοχή του στο Ισλαμικό Κράτος, αφήνοντας στο περιθώριο τα ουσιαστικά ερωτήματα για την τύχη του Άσαντ, αλλά και των τοπικών συμμαχιών που έχουν διαμορφωθεί σε γεωγραφικές περιοχές εντός της Συρίας.

“Δεν είχαμε ποτέ μία συγκροτημένη στρατηγική για την Συρία. Είμαστε αντίθετοι στον Άσαντ, αλλά ο κύριος εχθρός μας είναι το Ισλαμικό Κράτος, το οποίο επίσης, είναι αντίθετο στον Άσαντ. Οι πιο ικανοί σύμμαχοί μας (στα πεδία των μαχών) είναι οι Κούρδοι Πεσμεργκά. Ωστόσο, η Τουρκία που είναι σύμμαχος μας στο ΝΑΤΟ και φιλοξενεί μία αεροπορική βάση που έχει κεντρικό ρόλο στην διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεών μας, θεωρεί τους Κούρδος, εχθρούς της,” δήλωσε χαρακτηριστικά Αμερικανός αξιωματούχος, που θέλησε να διατηρήσει την ανωνυμία του.

Η Τζένιφερ Καφαρέλα από το ινστιτούτο (Institute of the Study of War) εκφράζει την εκτίμηση ότι η διεξαγωγή αεροπορικών επιδρομών είναι αμφίβολο ότι θ' αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τόσο τις δυνάμεις του Άσαντ, όσο και τους υποστηρικτές του. “Η απουσία μιας στρατηγικής πολιτικής λύσης στην Συρία και η αποκλειστική προσοχή των ΗΠΑ στο Ισλαμικό Κράτος, θα εξακολουθήσουν να λειτουργούν ως πρόσκληση προς την συμμαχία που υποστηρίζει τον Άσαντ για την επέκταση και κλιμάκωση της επιρροής της,” τονίζει η ίδια.

Τις παραπάνω απόψεις δεν στάθηκε δυνατό να σχολιάσει εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, καθώς δεν υπήρξε ανταπόκριση σε τηλεφωνήματα, αλλά και την αποστολή σχετικού ηλεκτρονικού μηνύματος.
Ωστόσο, υψηλόβαθμος αξιωματούχος της αμερικανικής κυβέρνησης δήλωσε σχετικά: “Η στρατηγική μας για την Συρία έχει ως πρώτο και ουσιαστικό αντικειμενικό σκοπό την ήττα του Ισλαμικού Κράτους, προκειμένου να αποκλιμακωθεί η πολεμική ένταση. Αμέσως μετά θα έχουμε το περιθώριο να επεξεργαστούμε μία πολιτική λύση. Δεν είμαστε κοντά σε μια τέτοια εξέλιξη, αλλά αυτή είναι η στρατηγική μας.”

Δημοσίευση σχολίου Blogger

 
Top